περι αγάπης...
Κάποτε ὁ ἀββᾶς Ἀγάθων πῆγε στὴν πόλη γιὰ νὰ πουλήσει τὰ ἐργόχειρά
του. Καὶ βρῆκε ἕνα λεπρὸ ξαπλωμένο στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Καὶ τοῦ λεει ὁ
λεπρός:
- Βάλε με ἐκεῖ ποὺ θὰ πουλᾶς τὰ πράγματά σου. Ἔτσι κι ἔκανε. Καὶ ὅταν πούλησε ἕνα ἐργόχειρο, τὸν ρώτησε ὁ ἄρρωστος:
- Πόσο τὸ πούλησες αὐτό;
- Τόσο, ἀποκρίθηκε ὁ γέροντας.
- Ἀγόρασέ μου μιὰ πίτα, εἶπε ἐκεῖνος.
Καὶ τοῦ ἀγόρασε.
Ὅταν πούλησε κι ἄλλο ἐργόχειρο, τὸν ρώτησε:
- Καὶ τοῦτο. Πόσο;
- Τόσο. ἀποκρίθηκε.
Ἀγόρασέ
μου τὸ τάδε πράγμα, εἶπε πάλι ὁ ἄρρωστος. Καὶ τοῦ τὸ ἀγόρασε. Ἀφοῦ
λοιπὸν πούλησε ὅλα τὰ ἐργόχειρα καὶ ἔκανε (γιὰ ὅλα) τὸ ἴδιο. Θέλησε νὰ
φύγει.
- Φεύγεις; τοῦ λεει ὁ λεπρός.
- Ναί. εἶπε ὁ γέροντας.
- Κάνε ἀγάπη καὶ πήγαινέ με πάλι ἐκεῖ ποὺ μὲ βρῆκες.
Τὸν σήκωσε καὶ τὸν ἔφερε στὸν τόπο ποὺ ἦταν πρῶτα. Τότε λέει στὸν γέροντα:
-
Εὐλογημένος εἶσαι Ἀγάθων ἀπὸ τὸν Κύριον στὸν οὐρανὸ καὶ στὴ γῆ! Ὁ
γέροντας σήκωσε τὰ μάτια του, μὰ δὲν εἶδε κανένα. Γιατί ἦταν ἄγγελος
Κυρίου ποὺ ἦρθε γιὰ νὰ τὸν δοκιμάσει.

Ἦταν ἕνας Αἰγύπτιος ποὺ λεγόταν Σεραπίων καὶ ἐπονομαζόταν
«σινδόνιος», γιατί δὲν εἶχε φορέσει ποτὲ τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ ἕνα
σεντόνι. Αὐτός ἄσκησε στὸ ἔπακρο κάθε ἀρετὴ καὶ ξεπέρασε σχεδὸν ὅλους
στὴν ἀκτημοσύνη ἐξαιτίας τῆς ὁποίας δὲν μπόρεσε νὰ ἡσυχάσει σὲ κελί, γιὰ
νὰ μὴν ἔχει περισπασμοὺς ἢ κάτι δικό του. Περνοῦσε τὴ ζωὴ του
περιπλανώμενος καὶ ἐξασφαλίζοντας τὴν καθημερινὴ του τροφὴ ἀπὸ τὸν
ὁποιονδήποτε χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ ἔχει τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ τὸ σεντόνι ποὺ
φοροῦσε. Ὁ Σεραπίων, μέσω ἑνός γνωστοῦ του ἀσκητῆ πουλήθηκε (δοῦλος) σὲ
κάποια πόλη, σ’ ἕναν εἰδωλολάτρη ἠθοποιό, γιὰ εἴκοσι νομίσματα. Πῆρε τὰ
νομίσματα ἀπὸ τὸν ἀσκητὴ καὶ τὰ φύλαξε. Ὑπηρετοῦσε λοιπὸν τὸν ἠθοποιὸ
καὶ τὴ γυναίκα του καὶ τὴν οἰκογένειά τους μὲ μεγάλη ἐπιμέλεια καὶ
δεξιότητα, χωρὶς νὰ δοκιμάζει τίποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ τὸ ψωμὶ καὶ νερὸ καὶ
χωρὶς νὰ ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ νοῦ του πολλὲς φορὲς κι ἀπὸ τὸ στόμα του,
τὴν ἐνασχόληση μὲ τὰ θεῖα λόγια. Ἀφοῦ ἔμεινε μαζί τους πολὺ καιρό, ὅταν
ἦρθε ἡ κατάλληλη ὥρα, τοὺς μίλησε γιὰ τὸν χριστιανισμό. Ἔφερε ἔτσι σὲ
κατάνυξη πρῶτα τὸν ἠθοποιό, ἔπειτα τὴ γυναίκα του καὶ τέλος ὁλόκληρη τὴν
οἰκογένειά του. Βαπτίστηκαν, καὶ ἀπὸ τότε ἄφησαν τὸ θέατρο κι
ἀκολούθησαν τὴ θεάρεστη ζωή. Ἐπειδὴ μάλιστα εἶχαν σὲ μεγάλη εὐλάβεια τὸν
ἄνθρωπο τοῦ λενε:
- Ἔλα, ἀδελφέ, νὰ σ’ ἐλευθερώσουμε, ἐπειδὴ ἐσύ μᾶς ἐλευθέρωσες ἀπὸ αἰσχρὴ δουλεία.Τότε τοὺς λεει:
-
Ἐπειδὴ μὲ τὴ δύναμη τοῦ Θεοῦ μου καὶ τὴ δική σας συνέργια ἔσωσα τὶς
ψυχές σας, θὰ σᾶς ἀποκαλύψω πιὰ τὸ μυστικό: Ἐγὼ ἤμουν ἐλεύθερος ἀσκητής,
Αἰγύπτιος στὴν καταγωγή. Κι ἐπειδή σᾶς λυπήθηκα ποὺ ζούσατε μέσα σὲ
τόση πλάνη, πουλήθηκα (δοῦλος), γιὰ νὰ ἐλευθερωθεῖτε ἐσεῖς ἀπὸ ἁμαρτίες
μεγάλες καὶ νὰ σωθεῖτε. Μιὰ κι ἔκανε λοιπὸν ὁ Θεὸς αὐτὸ ποὺ ἤθελα, ἂς
φύγω γιὰ νὰ βοηθήσω καὶ ἄλλους. Καὶ μ’ αὐτά τὰ λόγια, τοὺς δίνει πίσω τὰ
χρήματα (ποὺ εἶχαν πληρώσει γιὰ νὰ τὸν ἀγοράσουν). Ἐκεῖνοι ὅμως δὲν
ἤθελαν νὰ τὰ πάρουν.
- Δώσ’ τα στοὺς φτωχούς, τοῦ ἔλεγαν, ἐπειδὴ γιὰ μᾶς ἔγιναν ἀρραβώνας σωτηρίας.
- Ἐσεῖς νὰ τὰ δώσετε, τοὺς εἶπε ἐκεῖνος, ἀφοῦ δικά σας εἶναι. Ἐγὼ δὲν χαρίζω στοὺς φτωχοὺς ξένα χρήματα.
Πῆραν ἐκεῖνοι τὰ χρήματα μὰ τὸν παρακαλοῦσαν νὰ μείνει μαζί τους.
-
Ἀπὸ δῶ κι ἐμπρὸς θὰ σ’ ἔχουμε σὰν πατέρα καὶ κυβερνήτη τῶν ψυχῶν μας,
τὸν βεβαίωσαν. Καθὼς ὅμως δὲν μπόρεσαν νὰ τὸν πείσουν, μολονότι πολὺ τὸν
ἱκέτεψαν, τοῦ ζήτησαν νὰ τοὺς ἐπισκέπτεται τουλάχιστον μιὰ φορὰ τὸν
χρόνο. Τὸ δέ χθηκε ὁ μακάριος κι ἔφυγε ἀπὸ κεῖ γιὰ τὴ Σπάρτη, ὅπου ἔμαθε
πὼς ἕνας ἄρχοντας τῆς πόλης, ἐνάρετος κατὰ τὰ ἄλλα καὶ εὐλαβής. ἦταν
αἱρετικός, μανιχαῖος, μαζὶ μὲ ὅλη του τὴν οἰκογένεια. Πουλήθηκε πάλι σ’
αὐτὸν μέσω ἑνὸς ἄλλου, καὶ σὲ δυὸ χρόνια τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὴν αἵρεση
μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς οἰκείους του ὁδηγώντας τους στὴν Ἐκκλησία. Ὕστερα
τοὺς ἄφησε κι αὐτοὺς καὶ γύριζε τὴν οἰκουμένη, εὐεργετώντας
τοὺς ἀνθρώπους, ὅπως μποροῦσε.
















