Ὅσιος Ἄνθιμος ὁ ἐκ Κεφαλληνίας

Γεννήθηκε στὸ Ληξούρι τῆς Κεφαλονιᾶς τὸ 1727 καὶ πέθανε τὸ 1782 (κατ᾿ ἄλλους τὸ 1781). Ἑπτὰ μόλις χρονῶν ἔχασε τὸ φῶς του καὶ τὸ ξαναβρῆκε θαυματουργικά, χάρη στὶς προσευχὲς τῆς μητέρας του Ἀντζουλέττας. Ἀλλὰ ἐξ αἰτίας τῆς σκληρῆς μοναχικῆς του ζωῆς τὸ ξαναέχασε καὶ πῆγε στὸ Ἅγιον Ὄρος.
Παρὰ τὴν τύφλωσή του, ἀνέπτυξε σπουδαῖο κηρυκτικὸ καὶ ἱεραποστολικὸ ἔργο καὶ μάλιστα ἔκτισε πολλὲς Μονὲς σὲ διάφορα μέρη.
Τόσον ἐντυπωσιακό εἶναι τὸ ἔργο του, ὥστε ὁ καθηγητής Π. Ν. Πολίτης τὸν κατατάσσει στοὺς σημαντικότερους ἄνδρας τῆς Ἐκκλησίας μας κατὰ τὸν 18ον αἰῶνα.
Εἰς τὴν νῆσο Καστελόριζο ἀνεγείρη ἀνδρικὴ Μονὴ ἐπ᾿ ὁνόματι τοῦ Ἁγ. Γεωργίου, εἰς τὸ ὑπόγειον τοῦ ὁποίου ἐν εἴδει σπηλαίου, θεμελιώνει ναΐδριον τοῦ Ἁγίου Χαραλάμπους.
Σημαντικὸς σταθμὸς τῆς εὐλογημένης αὐτῆς πορείας του εἶναι ἡ νῆσος Ἀστυπάλαια ὅπου τὸ 1760 ἀνεγείρῃ ἐκ βάθρων μεγαλόπρεπο, μὲ κελλιά καὶ τεἰχη γυναικεῖο μοναστήρι ἀφιερωμένο εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον Πορταΐτισσα, μεταφέρει μάλιστα καὶ ἀπὸ τὸ Ἅγιο Ὅρος, θαυματουργή εἰκόνα της καὶ ἐπικυρώνει τὴν λειτουργίαν τῶν δύο αὐτῶν μονῶν μὲ Πατριαρχικά Σιγγίλια, ἐπὶ Πατριάρχου Ἰωαννικίου.
Ὁ καταστρεπτικός σεισμός τοῦ Ληξουρίου, τὸ 1767, τὸν ὀδηγοῦν εἰς τὴν ἐρειπωμένην μονὴν τῆς Ἁγίας Παρασκευής Λεπέδων, τὴν ὁποίαν διασώζει, ἀνακαινίζει καὶ μετατρέπει εἰς γυναικεῖον κοινόβιον, μὲ εὐσεβείς μοναχάς τῆς συνοδείας του.
Μετὰ τὴν ἀνοικοδόμησιν κτιρίων καὶ ψυχῶν συνεχίζει τὴν σημαντικὴ περιοδεία του καὶ ἰδρύει τὴν Ἱεράν Μονὴν Ἁγίου Ἀντωνίου εἰς τὰ Σφακιὰ, τοῦ Προφήτου Προδρόμου εἰς Κύθηρα, καὶ τὴν Ἱεράν Μονὴν Ζωοδόχου Πηγῆς εἰς τὴν νῆσον Σίκινο.
Ἐδημιούργησε δηλαδὴ ἕξι κάστρα, ἕξι πνευματικὰ λιμάνια, ἕξι φάρους ποῦ ἀκτινοβολοῦν, φῶς Κυρίου καὶ μάλιστα εἰς μία τόσον σκοτεινὴν διὰ τὴν Πατρίδα μας περίοδον.
Φέρεται σὰν προστάτης τῆς Ἀστυπάλαιας καὶ ἐκδόθηκε Ἀκολουθία του τὸ 1911 ἀπὸ τὸν Ἐμμανουὴλ Καρασέλο. Ἐπίσης ἔκανε πολλὰ θαύματα καὶ ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία ἁγιοποιήθηκε στὶς 30 Ἰουλίου 1974.
















