Τελευταία νέα


Εκκλησία και αγώνες της Κρήτης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Βιβλιοπαρουσίαση του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου και Βιάννου κ. κ. Ανδρέου. 

Ο πατήρ Μιχαήλ Βλαβογιλάκης με το έργο του «Εκκλησία και αγώνες της Κρήτης 1856-1905», μας παραδίδει μια πολύ καλή δουλειά, με επιστημονικό υπόβαθρο και πρωτογενές αρχειακό υλικό. Με εξέπληξε η πολύμοχθη αρχειακή έρευνα του.  Εντόπισε ανέκδοτο υλικό, το επεξεργάστηκε, το συνέθεσε με επιτυχία και είδε το φως της δημοσιότητας μέσα από το πολύ καλό βιβλίο του, το οποίο και επισήμως παρουσιάζομε απόψε, στο πολιτιστικό κέντρο της Ιεράς Μητροπόλεως Κυδωνίας και Αποκορώνου. Το βιβλίο αυτό θα παραμείνει ένα  χρήσιμο εργαλείο, ένας μοχλός, στα χέρια του ιστορικού μελετητή και ιδιαίτερα του φιλίστορα ή του επιστήμονα, που θα θελήσει να προσεγγίσει, να ερευνήσει, να μελετήσει ή να γράψει για την ιστορία της Κρήτης και ιδιαίτερα για την εκκλησιαστική ιστορία της Κρήτης. Γιατί με επιτυχία και χωρίς προκατάληψη ο π.  Μιχαήλ αναδεικνύει  την σπουδαία  συμβολή του κλήρου της Κρήτης στα δρώμενα  μισού περίπου αιώνα.

Η ιστορική βέβαια συγγραφή και μελέτη, βρίσκεται σε συνάρτηση με τα ιδεολογικά κυρίαρχα της κάθε εποχής. Γι’ αυτό και η ιστορία γράφεται και ξαναγράφεται. Οι  δύο μονογραφίες μου για την εκκλησιαστική ιστορία της Κρήτης: το 1992 «Το επισκοπικό ζήτημα και η Εκκλησία της Κρήτης, 1880-1882», θέμα στο οποίο αναφέρεται συνοπτικά  ο π. Μιχαήλ  στο 5ο κεφάλαιο του βιβλίου του «Η άστοχη εξέγερση του 1889» και συγκεκριμένα στις σελίδες 409-421 και η δεύτερη μονογραφία το 1995 «Το Μητροπολιτικό ζήτημα και η εκκλησιαστική οργάνωση της Κρήτης. (1897-1900)», θέμα το οποίο καταλαμβάνει σχεδόν όλο το 8ο κεφάλαιο του παρουσιαζόμενου βιβλίου, αν σήμερα τις ξανάγραφα με το ίδιο αρχειακό υλικό,  τα δύο αυτά έργα εν πολλοίς θα τα προσέγγιζα κάτω από μια άλλη ιστορική θεώρηση. Στο επισκοπικό ζήτημα θα τόνιζα περισσότερο την προσπάθεια της Αθήνας, ως εθνικού κέντρου, να εγκαταστήσει στην Κρήτη επισκόπους αφοσιωμένους στους στόχους και στη διαμόρφωση της εξωτερικής της πολιτικής, η οποία, κυρίως επί Τρικούπη, δεν ταυτιζόταν με τις οικουμενικές και διορθόδοξες επιλογές του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ιδιαίτερα του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ΄.

Στο 19ο και στον 20ο αιώνα η κυρίαρχη ιστορική γραφή εις τα καθ’ ημάς της ελληνικής πραγματικότητας, αλλά και στη σύνολη εθνική ιστοριογραφία, υπήρξε η ενδυνάμωση της εθνικής ταυτότητας, της εθνικής συνείδησης και αυτοσυνειδησίας. Είναι η εποχή της νεωτερικότητας. Σήμερα βέβαια στη μετανεωτερική εποχή  έχομε μια διαφορετική  προσέγγιση της ιστορίας. Θα πω τούτο για να κατανοήσομε τη διαφορά αυτών των ιστορικών συγγραφών και προσεγγίσεων, όπου σημαντική θέση καταλαμβάνει πλέον η κοινωνική ιστορία. Κατά κανόνα  μέχρι πρότινος ιστορία  σήμαινε  μελέτη, έρευνα, συγγραφή για ήρωες και οπλαρχηγούς ή ηγετικά πρόσωπα, για μάχες, θύματα και ανδραγαθίες. Τις ίδιες όμως ώρες και ημέρες της ηρωικής αυτής ιστορικής προσέγγισης και μελέτης, της αντικειμενικής, υποκειμενικής ή υπερβολικής περιγραφής, στις   εμπόλεμες αυτές περιόδους, οι οποίες σίγουρα  καλύπτουν ένα μικρό μέρος του σύνολου χρόνου ή της ανθρώπινης ζωής,  στην αγροτοποιμενική κοινωνία της υπαίθρου και των χωριών ή στην αστική των τότε μικρών πόλεων, μητέρες της Κρήτης, για να αναφερόμεθα στα καθ’ ημάς, γεννούν και θηλάζουν τα παιδιά τους, μαθητές πηγαίνουν στα σχολεία τους, στα όσα και όποια υπήρχαν,  νέοι, γέροι και μεσήλικες φυτεύουν και καλλιεργούν τα χωράφια τους, μαζεύουν τους καρπούς της γης, βόσκουν τα πρόβατά τους, εμπορεύονται τα προϊόντα τους, δημιουργούν, παντρεύονται και βαπτίζουν τα παιδιά τους ή τα εγγόνια τους. Βλέπουν τις προσδοκίες τους, μικρές ή μεγάλες, και τα όνειρά τους μακρινά ή κοντινά να επιβραβεύονται ή να διαψεύδονται.

Δεν αξίζει η μελέτη, η προσέγγιση, η καταγραφή, η ανάδειξη και διαπαιδαγώγηση, μέσα και από αυτά τα καθημερινά, αλλά πολύ ουσιαστικά και ανθρώπινα; Οι  μάνες τις εποχής αυτής που γεννούν, μεγαλώνουν και θρέφουν δέκα παιδιά, πολύ περισσότερο οι χήρες μάνες, δεν αξίζει να τιμηθούν και να αποτελέσουν πρότυπο αγώνα και ηρωικής μαρτυρίας στη ζωή και την κοινωνία;

Όλα αυτά δεν μειώνουν το έργο το μόχθο και τον κόπο του π. Μιχαήλ Βλαβογιλάκη, αντιθέτως, στο σύγγραμμά του γίνεται προσπάθεια για μια καθολική και σφαιρική προσέγγιση της πεντηκονταετίας, πενήντα ένα χρόνια για την ακρίβεια της περιόδου 1856-1905.

Το έργο ξεκινάει με τα τανζιμάτ, τις μεταρρυθμίσεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία που αρχίζουν στις αρχές του 19ου αιώνα με του γκιούλ χανέ χατι σερίφ το 1839.

Το 1856, μέσα του 19ου αιώνα, οι μεταρρυθμίσεις, θεωρητικά τουλάχιστον, έχουν προχωρήσει αρκετά. Ψηφίζονται το 1860 οι Γενικοί κανονισμοί από την κληρικολαϊκή συνέλευση που συγκαλεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Οι Γενικοί Κανονισμοί αποτελούν για το ρουμ μιλιέτ, τους Ορθοδόξους της αυτοκρατορίας, το σύνταγμά τους, για να χρησιμοποιήσω ένα σύγχρονο όρο. Το 1856 είναι επίσης η χρονιά της δημιουργίας και συγκρότησης των δημογεροντιών. Πρόκειται για ένα σύστημα τοπικής αυτοδιοίκησης με  τέσσερις χριστιανικές δημογεροντίες στην Κρήτη: Χανιά, Σφακιά, Ηράκλειο, Ρέθυμνο. Δημιουργήθηκαν, βέβαια, ανάλογες δημογεροντίες και για τους μουσουλμάνους.

Ο μισός αιώνας που ξετυλίγεται στο έργο του π. Μιχαήλ Βλαβογιλάκη «Εκκλησία και αγώνες της Κρήτης 1856-1905» είναι εξόχως ενδιαφέρον. Είναι μια πεντηκονταετία με προσπάθειες για μεγάλες αλλαγές μέσα στην αυτοκρατορία. Η εποχή είναι μεταβατική. Και κανένας δεν μπορούσε να προβλέψει το δια ταύτα.  Αν μελετήσομε τα Απομνημονεύματα του αρχιμανδρίτη Παρθένιου Περίδη, μιας ξεχωριστής μορφής της κρητικής ιστορίας, ο οποίος  συνδέεται με το εθνικό κέντρο, την Αθήνα και πασχίζει για την ενσωμάτωση της Κρήτης στο Ελληνικό κράτος, θα παρακολουθήσομε αυτό το μεταβατικό, ακαθόριστο και νεφελώδες, του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα. Πολλές φορές έχω αναρωτηθεί αν ο Βενιζέλος, που εξέρχεται νικητής το 1905 με  το κίνημα του Θερίσου, προσδοκούσε ότι η Κρήτη δέκα χρόνια μετά θα ενωνόταν με το Ελληνικό κράτος, και δεκαοχτώ χρόνια μετά, το 1923, τα δύο πλέον εθνικά κράτη Ελλάδα και Τουρκία, θα προχωρούσα στην ανταλλαγή των πληθυσμών και μάλιστα με την πρωτοβουλία και απόφαση των δύο ηγετών τους, Βενιζέλου και Κεμάλ.

Μελετώντας, πριν βέβαια αναλάβω τη διαποίμανση της Μητροπόλεως Αρκαλοχωρίου, την εποχή και ιδιαίτερα τα κείμενα του επισκόπου Ρεθύμνης Διονυσίου Καστρινογιαννάκη, δυναμικού εκφραστή της νεοελληνικής  εθνικής ιδέας, και διαβάζοντας δύο εγκυκλίους του το 1897 και 1898 όταν πλέον έχομε περάσει από την, επανάσταση στην αυτονομία και στην οργάνωση της Κρητικής Πολιτείας, εγκυκλίους με τις οποίες στοχεύει ο Διονύσιος να πείσει τους μουσουλμάνους να παραμείνουν και να μη φεύγουν προς το χώρο της Μικρά Ασίας, η μία μάλιστα τελειώνει: «Ο εκ καρδίας ποθών την συνένωσιν ταύτην Μωαμεθανών Κρητών και Χριστιανών Κρητών επ’ αγαθώ της κοινής πατρίδος». Καταλήγω ότι, το δια ταύτα της εποχής αυτής δεν ήταν προβλέψιμο.

Εδώ, βέβαια, στην Κρήτη τα πράγματα, δημογραφικά τουλάχιστον, ήταν πιο αποσαφηνισμένα σε σχέση με άλλες περιοχές της αυτοκρατορίας. Στη Μακεδονία για παράδειγμα έχομε πολυπλοκότερη δημογραφική σύνθεση ή στο Πόντο, με την αχανή και ατελεύτητη ενδοχώρα, της ανταλλαγής των πληθυσμών προηγήθηκε εθνοκάθαρση και  εθνοκτονία, με τους διωγμούς και τις πορείες εξολόθρευσης  των ορθοδόξων ελληνοφώνων Ποντίων.

Στην Κρήτη, κατά την απογραφή του 1881, είχαμε 202.934 ελληνόφωνους χριστιανούς, σαφέστατα πολυπληθέστερους και μάλιστα με διαφορά από τους 72.353 μουσουλμάνους, οι οποίοι από το 1856 με τις μεταρρυθμίσεις των τανζιμάτ, αντιλαμβάνονται ότι εισέρχονται σε εποχή περιορισμού της αυθαιρεσίας, που εκπηγάζει από τον ισλαμικό νόμο και τη σαρία. Βέβαια ένα μεγάλο μέρος των μουσουλμάνων της Κρήτης είναι εξισλαμισμένοι και ελληνόφωνοι, οι οποίοι συνυπάρχουν με την αίσθηση και βεβαιότητα του κυρίαρχου, μαζί με άλλες κοινότητες, όπως των αρμενίων ή των ισραϊλητών.

Η εφαρμογή των  μεταρρυθμίσεων, τα τανζιμάτ, το χάτι χουμαγιούν, εμποδίζονται από δύο δεδομένα. Από τη φανατικότητα των μουσουλμάνων, που εκδηλώνεται από τους  αφοσιωμένους οπαδούς της σαρία, οι οποίοι επιμένουν σε μια κοινωνική δομή διαρθρωμένη με ραγιάδες, κατά τους ορισμούς του κορανίου, αλλά και από τα εθνικά κέντρα, την Αθήνα, το Βελιγράδι, τη Σόφια, αργότερα τα Τίρανα. Τα εθνικά κέντρα στοχεύουν στη  διάλυση της αυτοκρατορίας, μέσα από τις εθνικές επαναστάσεις και τον αλυτρωτισμό,  με τη διαμόρφωση εθνικών συνειδήσεων. Αυτό το πέρασμα, από την συνείδηση της εθναρχίας στη συνείδηση του έθνους, είναι μια μακρόχρονη πορεία που ξεκινάει με το διαφωτισμό, τη γαλλική επανάσταση το 1789 και την αρχή των εθνοτήτων.

Στην εθναρχία και στην εθναρχική συνείδηση κυρίαρχο στοιχείο είναι η θρησκευτική πίστη, των ορθόδοξων ρωμιών, των μουσουλμάνων, των αρμένιων, των εβραίων. Η θρησκευτική πίστη οργανώνει την κοινωνική αλλά και προσωπική ζωή των μιλετιών, τα οποία εκπροσωπούνται  στη διοικητική οργάνωση και δομή της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κυρίως από τους θρησκευτικούς εκπροσώπους τους. Με τις μεταρρυθμίσεις έχομε πλέον τη συμμετοχή των λαϊκών με τους αιρετούς εκπροσώπους  των θεσμοθετημένων επισήμως. Η διοικητική αυτή δομή αμφισβητείται από την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, η οποία  συμπορεύεται με την εθνική ιδέα και την εθνική συνείδηση, που προϋποθέτουν τη διαμόρφωση εθνικών ομάδων, στη συνέχεια την συγκρότηση και οριοθέτηση του κράτους, αλλά επέκταση του κράτους με την πορεία του αλυτρωτισμού, της απελευθέρωσης,  δηλαδή, των αλύτρωτων αδελφών μας.

Μέσα από αυτό το ερμηνευτικό σχήμα εθναρχία-έθνος μπορούμε να μελετήσομε ιστορικά φαινόμενα και πρόσωπα. Καταρχήν οι στόχοι της εθναρχίας δεν ταυτίζονται με αυτούς του εθνικού κέντρου. Για παράδειγμα στην πανεπιστημίου στην Αθήνα έχομε τρία αγάλματα. Του Πατριάρχη Γρηγορίου Ε΄, του Ρήγα Φεραίου και την προτομή του Αδαμάντιου Κοραή. Και οι τρεις μιλούσαν την ίδια γλώσσα, όμως δεν είχαν το ίδιο όραμα για το μέλλον του ελληνισμού ή για το αύριο της αυτοκρατορίας. Ο Ρήγας Φεραίος προσανατολιζόταν σ’ ένα πολυπολιτισμικό σχήμα, μετασχηματιζόμενο σε κράτος δικαίου, ισονομίας και ισοπολιτείας, για να αναφέρω ένα σύγχρονο όρο. Αυτός ο θεωρητικός του στόχος ήταν απότοκος των ιδιαιτέρων συναναστροφών και σχέσεών  του με τις παραδουνάβιες ηγεμονίες, τις αυλές αυτές του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και της Γαλλικής επανάστασης σε συνδυασμό με το πέρασμά του από την Κωνσταντινούπολη. Ο Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄ προσδοκούσε το μετασχηματισμό της αυτοκρατορίας, μέσα από τα τανζιμάτ, τις μεταρυθμίσεις, οι οποίες κορυφώθηκαν το 1860 με τους Γενικούς Κανονισμούς. Φεραίος και Γρηγόριος Ε΄ δεν στόχευαν στη διάλυση, αλλά στο μετασχηματισμό της αυτοκρατορίας.  Το μοντέλο, όμως, που κυριάρχησε και τελικά κέρδισε τη μάχη ήταν το κοραϊκό. Κράτος με ένα έθνος, με μία γλώσσα, με μία θρησκεία.

Αυτά τα λέω γιατί μέσα από το καλογραμμένο βιβλίο του π. Μιχαήλ Βλαβογιλάκη καλούμαστε να ερμηνεύσομε φαινόμενα, όπως τον αντιβενιζελισμό του Κρήτης Ευμενίου ή τη στάση του Λάμπης Παϊσίου στην επανάσταση του 1866. Είναι σαφές ότι ο Κρήτης Ευμένιος είναι συνειδητό ανάστημα της εθναρχίας. Δεν μπορούσε ούτε να παρακολουθήσει, ούτε να κατανοήσει τον κόσμο του έθνους, του εθνικού κράτους, της εθνικής ιδέας ή του κοινοβουλευτισμού, όπως την εξέφραζε ο δυναμικότερος εκπρόσωπός της ο Ελευθέριος Βενιζέλος.  Ο κόσμος του Πρίγκιπα Γεωργίου  ήταν προσφιλέστερος, αλλά και ασφαλέστερος για τον Ευμένιο. Άλλωστε, τηρουμένων των αναλογιών, ήταν ο κόσμος που είχε ζήσει και γνωρίσει στην Κωνσταντινούπολη στο κέντρο της εθναρχίας.

Ο Λάμπης Παΐσιος κατάγεται από την Πέργαμο. Στη Μικρά Ασία, αλλά και στην Κωνσταντινούπολη τα πράγματα ήταν πολύ πιο σύνθετα, απ’ ότι στην Κρήτη, με τις δύο θρησκείες, τους ελληνόφωνους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους, πολλοί από τους οποίους όπως είπαμε, ήταν μονόγλωσσοι, ελληνόφωνοι εξισλαμισμένοι. Μια προσέγγιση της περιόδου του εμφυλίου πολέμου, και δεν αναφέρομαι μόνο στον ελληνικό εμφύλιο, αλλά ας δούμε τον ισπανικό εμφύλιο, σαφέστατα οδυνηρότερο και βιαιότερο του ελληνικού, όπου ένα εθνικό σύνολο αποδεκατίζεται κατά τρόπο τραγικό, μας επιτρέπει να προσεγγίσομε  και να ερμηνεύσομε συμπεριφορές και επιλογές, όπως αυτή του Λάμπης Παϊσίου στην επανάσταση του 1866, στην οποία και η Αθήνα ήταν επιφυλαχτική. Στον ίδιο κόσμο της αυτοκρατορικής συνείδησης και της εθναρχίας, της ειρηνικής δηλαδή συνύπαρξης των εγκαταβιούντων στην αυτοκρατορία και της διάσωσης της, βρίσκονται και οι χριστιανοί διοικητές της Κρήτης. Ο Καραθεωδορής πασάς, ο Μαυρογέννης πασάς, αλλά και ο Κρήτης Διονύσιος Χαριτωνίδης, ο μετέπειτα Πατριάρχης Διονύσιος Ε΄, ο οποίος ως Μητροπολίτης Κρήτης, θεμελιώνει και ξεκινάει την οικοδόμηση του Μητροπολιτικού ναού  στο Ηράκλειο, ενός από τα λαμπρότερα πολιτιστικά μνημεία της Κρήτης, ενώ την ίδια στιγμή είναι εχθρικός και αντίθετος στην επανάσταση του 1866.

Όταν στη συνέχεια γίνεται Πατριάρχης (1887-1891), στη δεύτερη φάση του προνομιακού ζητήματος (1890-1891), στο οποίο ο π. Μιχαήλ αναφέρεται στο 5ο κεφάλαιο του βιβλίου του, κλείνει τις εκκλησίες και κηρύττει σ’ ολόκληρη την οθωμανική αυτοκρατορία την ορθόδοξη  εκκλησία σε διωγμό, επειδή ακριβώς ο κόσμος του Πατριάρχη Διονυσίου, ο κόσμος της εθναρχίας και της αυτοκρατορίας, κινδυνεύει από τον περιορισμό και τη κατάργηση των προνομίων, που ήθελε να επιβάλει ο σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ  Β΄ στο ορθόδοξο ρωμαΐικο μιλέτι της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Ο Διονύσιος συγκρούστηκε κάθετα και ανεπιφύλαχτα με την Πύλη και τελικά με τη βοήθεια της Ρωσίας κέρδισε τη μάχη. Διαφύλαξε τα προνόμια και άνοιξε τις εκκλησίες.

Δεν θα ήθελα άλλο να σας κουράσω. Όμως, τελικά, τη μάχη την κερδίζει αυτός που ελέγχει την ενδοχώρα. Και ο χριστιανικός ελληνόφωνος πληθυσμός της κρητικής ενδοχώρας κέρδισε την Κρήτη, μέσα από αγώνες, θυσίες και πολύ αίμα. Η παρουσία και η δράση της Εκκλησίας της Κρήτης, σύνολου του εκκλησιαστικού σώματος, κληρικών και λαϊκών, υπήρξε καθοριστική. Η Εκκλησία της Κρήτης, όλες οι βαθμίδες και οι τάξεις του κλήρου,  απλοί μοναχοί,  ιερομόναχοι, ηγούμενοι μονών, έγγαμοι ιερείς, αρχιερείς, αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για την αποτίναξη της  οθωμανικής κυριαρχίας, για τη διαμόρφωση κράτους δικαίου, για την ελευθερία, για τη συμπόρευση, συνύπαρξη, συναλληλία και ένωση με τον σύνολο ελληνισμό στα όρια του εθνικού μας κράτους.

Και κάτι ακόμα πολύ σημαντικό. Εδώ στην Κρήτη σε επίπεδο ιεραρχίας έχομε τους πρώτους εκφραστές της εθνικής ιδέας και εθνικής συνείδησης. Του μητροπολίτη Γερμανού Καραβαγγέλη στην Καστοριά ή του Χρυσόστομου Καλαφάτη στη Δράμα. Κατά το μακεδονικό αγώνα, περί το 1901 και μετά, προηγήθηκαν και πρωτοπόρησαν, κατά την επανάσταση του 1897 σε εθνική ιδεολογία και εθνική συνείδηση, εδώ στην Κρήτη οι επίσκοποι: Πέτρας Τίτος Ζωγραφίδης, Κισσάμου Δωρόθεος Κλωνάρης, ο Ρεθύμνης Διονύσιος Καστρινογιαννάκης, Χρύσανθος Τσεπετσάκης ως αρχιμανδρίτης στο Ακρωτήρι το 1897  και μετέπειτα Ρεθύμνης.

Ο π. Μιχαήλ Βλαβογιλάκης, αποδεικνύει τα παραπάνω, με το καλογραμμένο βιβλίο που έκδωσε, τεκμηριωμένο με βιβλιογραφία  και ανέκδοτο αρχειακό υλικό. Του αξίζουν συγχαρητήρια, όπως επίσης στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη και λίαν αγαπητό αδελφό κ. Δαμασκηνό αλλά και στη Μητρόπολη Κυδωνίας και Αποκορώνου. Τέλος, συγχαίρω το φίλο Γενικό Διευθυντή του ιδρύματος «Ελευθέριος Βενιζέλος» Νίκο Παπαδάκη και γι’ αυτή την επιμελημένη έκδοση. Ευχαριστώ για την πρόσκληση και για την αποψινή σας παρουσία.

πηγή: http://www.imakb.gr/Ekklisia%20kai%20agones%20tis%20Kritis.htm

  Σχεδίαση και φιλοξενία: www.zala.gr

      Επιμέλεια ιστοσελίδας:

Πρωτ. Κωνσταντίνος Θωμαδάκης & κ. Ευστράτιος Χατζηδάκης

Αυτήν τη στιγμή επισκέπτονται τον ιστότοπό μας 23 επισκέπτες και κανένα μέλος